ΚΑΣΤΡΑ - ΕΛΛΑΔΑ
Η ανάγκη φρούρησης και άμυνας των οικισμών οδήγησε στην
κατασκευή οχυρώσεων, ήδη από τους προϊστορικούς χρόνους. Ακροπολη (όρος χρησιμοποιούμενος για τους προϊστορικούς και αρχαίους χρόνους) ή κάστρα (όρος χρησιμοποιούμενος για τους μεσαιωνικούς και νεώτερους χρόνους) κατασκευάζονταν ανάλογα με τις απαιτήσεις και τα ιστορικά δεδομένα κάθε εποχής.
Πρόδρομες μορφές οχυρωμένων ακροπόλεων συναντώνται στον ελληνικό χώρο στους νεολιθικούς οικισμούς του Σέσκλου και του Διμηνίου της Θεσσαλίας (5η χιλιετία π.Χ. περίπου). Οχυρωμένες ακροπολεις, με εντυπωσιακή και μνημειώδη τοιχοδομία, εμφανίζονται κατά τους μυκηναϊκούς χρόνους (1600-1150 π.Χ. περίπου). Αποτελούσαν τον τόπο κατοικίας του ανώτατου άρχοντα και παράλληλα το διοικητικό, οικονομικό και θρησκευτικό κέντρο των μυκηναϊκών βασιλείων. Οι σημαντικότερες έχουν αποκαλυφθεί έως σήμερα σε Μυκήνες, Τίρυνθα, Θήβα, Γλα και Αθηνα.
Την παράδοση των μυκηναϊκών ακολουθούν οι ακροπόλεις των αρχαίων ελληνικών πόλεων. Καταλαμβάνουν κατά κανόνα την κορυφή φυσικά προστατευμένων λόφων και οχυρώνονται με τείχη. Στο χώρο των ακροπόλεων αυτών κατασκευάζονται επί το πλείστον οικοδομήματα που σχετίζονται με τη λατρεία των θεών. Γύρω από αυτές εκτείνεται ο οικισμός (το άστυ), που συχνά περιβάλλεται με οχύρωση.
Την παράδοση των αρχαίων ακροπόλεων ακολούθησαν τα καστρα που κατασκευάστηκαν κατά τους μεσαιωνικούς και νεώτερους χρόνους. Σε αρκετές περιπτώσεις μάλιστα διαπιστώνεται συνεχιζόμενη κατοίκηση από τους αρχαίους έως τους νεώτερους χρόνους (π.χ. Ακροπολη Αθηνας, Ακρόπολη Κορίνθου / Ακροκόρινθος).
Και τα κάστρα που προστάτευαν τις πολιτείες των βυζαντινών χρόνων κατασκευάζονταν σε κορυφές λόφων. Τα τείχη τους ακολουθούσαν τις ανωμαλίες του εδάφους, ενώ κατά διαστήματα προέβαλλαν από αυτά ορθογώνιοι ή στρογγυλοί πύργοι. Κάστρα όμοια με τα βυζαντινά έκτισαν και οι Φράγκοι στα εδάφη του ελληνικού χώρου που κατέλαβαν μετά το 1204. Πολλά φραγκικά κάστρα και πύργοι σώζονται στην Πελοπόννησο (τα πιο γνωστά στο Χλεμούτσι, την Καρύταινα, το Μυστρά και το Γεράκι).
Οι Οθωμανοί, μετά την κατάληψη και των τελευταίων βυζαντινών κέντρων στα μέσα του 15ου αι., δεν προχώρησαν στην κατασκευή νέων κάστρων. Αρκέστηκαν απλώς να επισκευάσουν τα ήδη υπάρχοντα ή να κατασκευάσουν συμπληρωματικά έργα.
Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στα κάστρα που έκτισαν οι Βενετοί στις περιοχές του ελληνικού χώρου που κατέλαβαν κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους. Πρόκειται για έργα επιβλητικά, με επιμελημένη τοιχοποιία, μνημειώδεις πύλες και χαρακτηριστικό γλυπτό διάκοσμο, χτισμένα σε χαμηλούς λόφους ή πεδινές παραθαλάσσιες εκτάσεις. Τα γνωστότερα ενετικά φρούρια βρίσκονται στην Κρήτη (Ηράκλειο, Χανιά, Ρέθυμνο), στην Κέρκυρα Ροδος κως κ.α.
Ήδη από τα Νεολιθικά χρόνια οι προϊστορικές κοινότητες είχαν
οργανώσει την άμυνα των οικισμών τους, όπως φαίνεται στην τειχισμένη προϊστορική ακροπολη του Διμηνιού, στη Θεσσαλία. Στα Μυκηναϊκά χρόνια οι οχυρωμένες ακροπόλεις αποτελούσαν το διοικητικό και οικονομικό κέντρο, και πίσω από τα κυκλώπεια τείχη τους, έβρισκε προστασία ο πληθυσμός σε περίπτωση εχθρικής επιδρομής. Με τη δημιουργία της πόλης-κράτους, τα τείχη χτίζονται για να προστατεύσουν ολόκληρη την πόλη, ενώ ένα μεγάλο δίκτυο πύργων σε καίρια σημεία φροντίζει για τον έλεγχο της υπαίθρου.
Μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση της Ελλάδας, λόγω της Pax Romana που επιβλήθηκε σε όλη τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, εξέλιπαν εν πολλοίς οι ανάγκες οχύρωσης κάθε μεμονωμένου οικισμού. Από τον 3ο αι. μ.Χ., όμως, οι βαρβαρικές επιδρομές και αργότερα οι μεγάλοι πόλεμοι στους οποίους ενεπλάκη το Βυζαντινό κράτος έκαναν αναγκαία την ανέγερση νέων οχυρώσεων. Τα βυζαντινά τείχη της Θεσσαλονικης ήταν τόσο ισχυρά, ώστε σε διάστημα 1.000 ταραγμένων ετών, η πόλη καταλήφθηκε εξ εφόδου μόνο 3 φορές.
Μετά το 1204, οι Φράγκοι και οι Ενετοί ανεγείρουν νέες οχυρώσεις για να προφυλάξουν τις κτήσεις τους στην Ελλάδα, τόσο από τις επιθέσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όσο και από τις εξεγέρσεις του ντόπιου πληθυσμού. Η χρήση νέων πολεμικών μεθόδων και πυροβόλων όπλων, επέβαλαν τη βελτίωση και την επέκταση των οχυρώσεων, η σχεδίαση των οποίων το 16ο αι. ήταν πια έργο εξειδικευμένων μηχανικών. Τα τείχη του Ηρακλείου και της Μεθώνης είναι δείγματα των τελειοποιημένων ενετικών οχυρώσεων.
Εξαιρετικά παραδείγματα κάστρων συναντάμε στην πόλη της Κέρκυρας και λίγο πάνω από την Παλαιοκαστρίτσα βλέπουμε το Κάστρο των Άγγλων ("Αγγλόκαστρο").
Στην μαγευτική Έδεσσα, η ακρόπολη χρονολογείται από το 800 π.Χ.
Στην Πιερία, υπάρχει ένα πολύ σημαντικό κάστρο του 13ου αιώνα στον Πλαταμώνα.
Η Μάνη δεν κατακτήθηκε ποτέ ούτε και στους πρόσφατους αιώνες από του Οθωμανούς. Και αυτό οφείλεται κυρίως στα κάστρα άμυνας και εποπτείας που διαθέτει. Αλλά τόσο λόγω του απρόσιτου του εδάφους της, όσο και σε αυτή την νοοτροπία των κατοίκων της να συνεχίζουν και μέχρι σήμερα την (αρχιτεκτονική) οχύρωση των οικισμών τους με πύργους και πυργόσπιτα παντού (μικρές καστροπολιτείες).
Το περίφημο Καστρο των Ιπποτών στην Ρόδο έχει και αυτό την δική του μοναδική ιστορία. Το 1309 μ.Χ. εγκαταστάθηκαν στην Ρόδο οι Ιππότες του Αγίου Ιωάννη. Η παραμονή τους προίκισε το νησί με μία σειρά από επιβλητικά κτήρια, προστατευμένα πίσω απο ένα τείχος-κάστρο, ένα εξαιρετικό δείγμα Γοτθικής και αναγεννησιακής αρχιτεκτονικής.
Η Οθωμανική Αυτοκρατορία διατήρησε τις ήδη υπάρχουσες οχυρώσεις, των οποίων η τελευταία αναλαμπή ήταν κατά την Επανάσταση του 1821.
Τα κάστρα που στο παρελθόν συνδέθηκαν με θρύλους και παραδόσεις, σήμερα αποτελούν σύμβολα ασφάλειας αλλά και στρατιωτικής ισχύος μιας άλλης εποχής.
Πολλά από αυτά χρησιμοποιούνται ως χώροι πολιτιστικών και άλλων εκδηλώσεων, πάντοτε θυμίζοντας τα χρόνια που πρωταγωνιστούσαν οι βασιλιάδες, οι ιππότες και οι αγαπημένες τους.