ΚΑΣΟΣ - ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΑ
Η Κασος βρίσκεται στο νοτιότερο άκρο του Ανατολικού Αιγαίου, ανάμεσα στην Κρητη και την Καρπαθο. Έχει έκταση 64 τ.χ. και πληθυσμό 1088 κατοίκους.
Είναι ορεινή και βραχώδης, με λίγες καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Στα βουνά του νησιού συναντά κανείς σπάνια αγριολούλουδα και πουλιά. Έχει εύκρατο και υγιεινό κλίμα.
Συστάδες βραχονησίδων και βράχων βρίσκονται γύρω
από αυτήν. Έχει αρχαιότατη ιστορία. Ακολουθεί τις ιστορικές τύχες της γειτονικής Καρπαθου καθώς και της Κρήτης και συχνά δέχεται τις επιδρομές πειρατών. Στα χρόνια της ελληνικής επανάστασης είχε 12.000 κατοίκους. Είναι νησί με λαμπρές ναυτικές παραδόσεις. Η θάλασσα, τα καράβια, οι ναυτικοί, είναι μέρος της ζωής και κυρίως των αναμνήσεων αυτού του τόπου. Έτσι άρχισε τη ζωή του ήδη από τη μινωϊκή εποχή, έτσι συνέχισε τα αρχαϊκά χρόνια που περιγράφει ο Όμηρος, έτσι και την εποχή της επανάστασης του 1821 μέχρι τα χρόνια των καραβιών και αργότερα των ναυτικών.
Όπως κι αν την προσεγγίσεις, με αεροπλάνο ή με καράβι, φαντάζει άγρια και αφιλόξενη.
Από τη θάλασσα αναδύεται ένα πέτρινο, γκρίζο, απότομο τοπίο. Όμως η πρώτη άγρια εντύπωση των βουνών της Κασου, υποχωρεί όταν αρχίζουν να προβάλουν τα πρώτα σπίτια. Τότε η Κασσος γίνεται σιγά σιγά μια φιλόξενη, ζεστή αγκαλιά.
Μέσα σ' αυτή την αγκαλιά, κουρνιάζουν τα πέντε χωριά του νησιού, το Φρυ, το λιμάνι, η Αγία Μαρίνα, το μεγαλύτερο χωριό απλωμένο στις κορυφές του λόφου με θέα το ηλιοβασίλεμα, το Αρβανιτοχώρι στις ρίζες των βουνών, το Πόλι, το παλιό χωριό χτισμένο γύρω από το λόφο με το ερειπωμένο κάστρο και η Παναγία πάνω από το παλιό λιμάνι του Εμπορειού, που συναποτελούν το δήμο Κάσου, ο οποίος υπάγεται διοικητικά στην επαρχία Καρπάθου.
Η πρωτεύουσα Φρυ είναι και το μοναδικό λιμάνι του νησιού. Πλάι στο λιμάνι για τα καράβια είναι το μικρό λιμανάκι της Μπούκας, σπάνιο δείγμα παλιού πειρατικού καταφυγίου, όπου αράζουν οι ψαρόβαρκες και οι ψαράδες πίνουν τον καφέ τους στο παραδοσιακό καφενείο πουλώντας τα ψάρια τους. Η Μπούκα υπάρχει πάντα στην ψυχή του κάθε Κασιώτη, αφού είναι συνδεδεμένη με την επιστροφή, αλλά και το μισεμό. Κοντά στο Φρυ βρίσκεται ο Εμπορειός, όπως λέγεται το παλιό λιμάνι με τα ωραία παλιά πετρόχτιστα σπίτια και την εκκλησία της Γέννησης της Θεοτόκου.
Εντυπωσιακές είναι επίσης οι εκκλησίες του Αγίου Σπυρίδωνα και της Αγίας Μαρίνας.
Τα λευκά σπίτια με τις αυλές και τις αλιτάνες, ανακατεύονται με παλιά, αρχοντοκτισμένα καπετανόσπιτα, δείγματα των περασμένων, πλούσιων καιρών, ενώ στους οικισμούς τα σπίτια είναι κάτασπρα και τα σοκάκια είναι πλακόστρωτα. Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι ποιμενικές κατοικίες, τα «μητάτα», που κουβαλούν μια μακρόχρονη παράδοση ποιμενικής ζωής. Μέσα σ' αυτά παράγονται τα εκλεκτά γαλακτοκομικά προϊόντα της. Όσο εντυπωσιακή κι αν είναι η εξωτερική εμφάνιση πολλών σπιτιών στην Κασσο, σε καμιά περίπτωση δεν προδίδει τον πλούτο που κρύβουν στο εσωτερικό τους. Έπιπλα, σκεύη, καθρέπτες, λάμπες, φερμένα από κάθε γωνιά της γης, στολίζουν το «σουφά» και τα πολλά ράφια. Ο κόπος των ναυτικών αντρών, έδενε αρμονικά με τον κόπο της κασιώτισας γυναίκας που το χέρι της έπλεκε και κεντούσε με μεράκι και χάρη.
Σε όλους τους οικισμούς, αλλά και σε εξοχικές τοποθεσίες υπάρχουν εκκλησίες και ξωκλήσια με βοτσαλωτά δάπεδα και ωραία ξυλόγλυπτα τέμπλα, όπως το μοναστήρι του Αγίου Μάμμα και του Αγίου Γεωργίου, που διαθέτει μεγάλο ξενώνα, τα οποία βρίσκονται στην πίσω πλευρά του νησιού και που με την παρουσία τους αυτή «γλυκαίνουν» το άγριο τοπίο. Ο Αγιος Μάμμας, βιγλάτορας του Αιγυπτιακού πελάγους, και ο Αης Γιώργης στις Χαδιές, ο «χαϊδεμένος» άγιος των κασιωτών. Και στα δύο μοναστήρια γίνονται τα πιο παραδοσιακά πανηγύρια της Κασσου.
Εκατό μικρές και μεγάλες εκκλησίες με ψηλά καμπαναριά είναι σπαρμένες ανάμεσα στα σπίτια και σ' ολόκληρη τη ΚΑΣΣΟΣ, δείγματα της πίστης των ανθρώπων που δούλευαν στη θάλασσα, παρέα με τον κίνδυνο.
Νοτιότερα ο όρμος Χέλατρος προσφέρεται για όσους επιθυμούν να κολυμπήσουν στην πεντακάθαρη θάλασσα του. Για τους λουόμενους προσφέρονται οι παραλίες στο Φρύ, στον Αγιο Κωνσταντίνο, στ' Αρμάθια, στη Χέλατρο.
Ο Όμηρος στο Β' της Ιλιάδας αναφέρει την Κασσο να
μετέχει, μαζί με άλλα νησιά της Δωδεκανησου, στον Τρωικό πόλεμο.
Κατά τους ιστορικούς χρόνους η αρχαία πρωτεύουσα, ομώνυμη του νησιού κατά τον Στράβωνα, παρέμεινε στην περιοχή Πόλιν, γύρω από το ύψωμα της μυκηναϊκής ακρόπολης. Η διάσπαρτη κεραμεική από την κορυφή του υψώματος χρονολογείται από την Ύστερη Νεολιθική/Πρώιμη Εποχή του Χαλκού έως την παλαιοχριστιανική περίοδο και μαρτυρεί τη συνεχή κατοίκηση της θέσης, η οποία, μαζί με τη λωρίδα που τη συνδέει με το λιμάνι στο Εμπορειό, αποτέλεσε διαχρονικά τον κύριο οικιστικό πυρήνα στο νησί.
Οι Κάσσιοι απαντούν γιά πρώτη φορά στους φορολογικούς καταλόγους της Αθηναικής Συμμαζίας του 5ου αι. π.Χ., ενώ η αναγραφή του εθνικού Κάσιος σε ελληνιστικές επιγραφές έξω από τα όρια του ροδιακού κράτους αποδεικνύει την ανεξαρτησία του νησιού κατά την περίοδο αυτή. Το 275/4 π.Χ. Κάσιοι θεωροί μαρτυρούνται στη Δήλο και συμπεριλαμβάνονται στον κατάλογο των ανεξάρτητων πόλεων, μεταξύ των οποίων και η Ροδος. Η παρουσία ωστόσο υστεροελληνιστικών επιγραφών με ροδιακά δημοτικά δηλώνει την τελική υπαγωγή της στο κρατος της Ροδου, γεγονός που θα πρέπει να συντελέστηκε κατά το πρώτο μισό του 2ου αι. π.Χ. Σύμφωνα με τα μέχρι τώρα δεδομένα η Κάσος δεν έκοψε δικό της νόμισμα και χρησιμοποιούσε της Ροδου. Οι γνώσεις μας ωστόσο για την ιστορία της Κάσου κατά την περίοδο της ενσωμάτωσης με το κρατος της ροδου που μαρτυρείται έως και τους ρωμαϊκούς χρόνους είναι περιορισμένες.
Κατά τη ρωμαϊκή και την παλαιοχριστιανική περίοδο η κύρια εγκατάσταση του νησιού φαίνεται ότι μεταφέρθηκε στην παραλία γύρω από τον όρμο του Εμπορειού, όπου έχουν εντοπισθεί τα ίχνη δύο παλαιοχριστιανικών βασιλικών. Δύο ακόμη βασιλικές βρίσκονται στη θέση Μαρίτσα, στα ανατολικά, ενώ μία πέμπτη θα πρέπει να τοποθετηθεί στην περιοχή της Παναγίας. Η συγκέντρωση μεγάλων δημόσιων κτιρίων πολυτελούς κατασκευής μαρτυρεί την οικονομική ακμή του νησιού κατά τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους.
Κατά τη διαίρεση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας σε επαρχίες επί Διοκλητιανού (284-305), η Κάσος υπήχθη στην ΚΘ' επαρχία, υπό ηγεμόνα με έδρα τη Ροδο, όπου υπάγονταν και οι εκκλησιαστικές επισκοπές. Κατά τη διαίρεση του Βυζαντινού κράτους σε θέματα όμως αποχωρίσθηκε από το ΙΘ' θέμα των Κιβυρραιωτών και εντάχθηκε στο θέμα της Κρήτης. Από τη Βυζαντινή και μεσαιωνική περίοδο, οι πληροφορίες μας για το νησί είναι ελάχιστες.
Το 1207 το νησί κατελήφθη από τους Ενετούς της Κρήτης. Το 1311 οι ιππότες του Αγίου Ιωάννου επιχείρησαν να το καταλάβουν, αλλά έπειτα από μεσολάβηση του Πάπα η Κασσος και η Καρπαθος επέστρεψαν το 1315 στην κατοχή των Ενετών της Κρήτης έως το 1537, οπότε κατελήφθησαν από τους Τούρκους. Ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής, αντί ετήσιου φόρου (μακτού) 1000 γροσίων παραχώρησε στους Κάσιους την αυτοδιοίκηση τους. Η Κασσος αναφέρεται ως ερημονήσι από περιηγητές του 16ου αι. Ξανακατοικήθηκε ωστόσο, όπως αποδεικνύεται από τα πατριαρχικά έγγραφα του 1622, όπου αναφέρεται ότι αποσπάσθηκε από την Αρχιεπισκοπή Καρπάθου και έγινε πατριαρχική επαρχία που παραχωρήθηκε στον πατριαρχικό οφικιάλιο Υαλέα. Οι νέοι οικισμοί, Αρβανιτοχώρι και Αγία Μαρίνα, χτίζονται μακριά από τη θάλασσα, από τον φόβο των πειρατών, οι οποίοι από ήδη πριν από την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204 και γιά τους επόμενους πέντε αιώνες λυμαίνονταν τα νησιά. Παράλληλα επιβιώνει και ο οικισμός γύρω από την ακρόπολη στο Πόλιν.
Η Κασσος οφείλει την ονομασία της στο μυθικό, ήρωα Κασσο, πατέρα του Κλέοχου ή του Κλεόμαχου. Παλαιότερα λεγόταν και Άμφις, Αστράβη και Άχνη. Αναφέρεται από τον Όμηρο ότι πήρε μέρος στον Τρωικό Πόλεμο. Υπήρξε μέλος της Δηλιακής-Αθηναϊκής Συμμαχίας και τον 3ο αι. π.Χ. πέρασε στην κυριαρχία των Ροδίων. Στους Μεσαιωνικούς Χρόνους κυριαρχήθηκε από τη βενετσιάνικη οικογένεια Κορνάρο (1306) και στα μέσα του 16ου αι. από τους Τούρκους. Ο Γάλλος περιηγητής Σαβαρί πέρασε από την Κάσο το 1779 και τη χαρακτήρισε «θαυμάσια, μικρή δημοκρατία, όπου όλοι ήταν ίσοι και ελεύθεροι». Το 18ο αι. το νησί ανέπτυξε δική του ναυτική δύναμη και πλούτισε. Με την έναρξη της Επανάστασης του 1821, η Κασσος είχε 100 μικρά και μεσαία πλοία. Το Μάιο του 1824 ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος έκαψε το νησί. Λίγοι Κασιώτες γλίτωσαν τη σφαγή, γεγονός που έμεινε γνωστό ως το «ολοκαύτωμα» και γιορτάζεται κάθε χρόνο με πολυήμερες εκδηλώσεις. Η ενσωμάτωση στην Ελλάδα έγινε το 1948.